| 1 | Αν και καταγόταν από ευκατάστατη οικογένεια, οι σπουδές της υπήρξαν πολύ περιορισμένες και δεν ξεπέρασαν εκείνες της τέταρτης τάξης |
|---|
| 2 | της στοιχειώδους εκπαίδευσης. Σε ένα περιβάλλον ασφυκτικό και εχθρικό για την ανάπτυξη της γυναικείας προσωπικότητας. |
|---|
| 3 | Εκεί θα ζήσει μέχρι το θάνατό της (το 1936), αφοσιωμένη στο γράψιμο και στην οικογένειά της (το σύζυγο και τα δυο παιδιά της) |
|---|
| 4 | μακριά από τη δημοσιότητα και την κοσμική ζωή της πόλης. Η δράση σε όλα σχεδόν τα έργα της τοποθετείται στη Σαρδηνία |
|---|
| 5 | και περιστρέφεται γύρω από την πάλη του νέου με το παλιό, της ανερχόμενης αστικής τάξης με την αρχαϊκή, φεουδαρχική σχεδόν, |
|---|
| 6 | κοινωνία του νησιού, αλλά και σε ατομικό επίπεδο τη συνειδησιακή πάλη του καλού με το κακό, το διαρκή αγώνα για λύτρωση. |
|---|
| 7 | Τη λύτρωση όμως την κερδίζουμε κυρίως περνώντας μέσα από την αμαρτία και τον πόνο, ψυχικό και σωματικό, γιατί έτσι |
|---|
| 8 | αναδεικνύεται το θεϊκό μεγαλείο κι εμείς αγγίζουμε την αιωνιότητα. Οι διάλογοι, από την άλλη, είναι συχνοί και όλο ζωντάνια, |
|---|
| 9 | με κάποιες διαλεκτικές πινελιές εδώ κι εκεί. Ο τρόπος που εκφράζονται τα πρόσωπα του μυθιστορήματος αντανακλά πολλές |
|---|
| 10 | φορές την κοινωνική τους θέση, αλλά και τις σχέσεις που έχουν αναπτυχθεί μεταξύ τους. |
|---|
| 11 | Δούλευε για να ενισχύσει το πρωτόγονο ανάχωμα που είχε κατασκευάσει ο ίδιος σιγά σιγά με τα χρόνια και με κόπο, |
|---|
| 12 | κάτω στο βάθος του μικρού κτήματος, πλάι στο ποτάμι, και ενώ έπαιρνε να βραδιάζει ατένιζε το έργο του από ψηλά, καθισμένος μπροστά |
|---|
| 13 | στην καλύβα, κάτω από το γλαυκό φρύδι που σχημάτιζαν τα καλάμια στα μισά της πλαγιάς του λευκού Λόφου των Περιστεριών. |
|---|
| 14 | Τριάντα χρόνια κατοχής και εργασίας το είχαν κάνει δικό του και οι αιμασιές από φραγκοσυκιές που το κλείνουν από πάνω προς τα |
|---|
| 15 | κάτω σαν δυο γκρίζοι τοίχοι που σέρνονται από πεζούλα σε πεζούλα, από το λόφο μέχρι το ποτάμι, του φαίνονται να είναι τα σύνορα του κόσμου. |
|---|
| 16 | Ο υπηρέτης δεν κοίταζε πέρα από το κτηματάκι και για το λόγο ότι τα χωράφια που βρίσκονταν από τη μια μεριά και από την άλλη ανήκαν κάποτε |
|---|
| 17 | στις κυράδες του: γιατί να θυμάται τα παλιά; Ανώφελη, θλιβερή θύμηση. Καλύτερα να σκέφτεται το μέλλον και να ελπίζει στη βοήθεια του Θεού |
|---|
| 18 | Και ο Θεός υποσχόταν μια καλή χρονιά ή τουλάχιστον γέμιζε με λουλούδια όλες τις αμυγδαλιές και τις ροδακινιές της κοιλάδας |
|---|
| 19 | που βρισκόταν ανάμεσα σε δυο σειρές λευκών λόφων, με τα αχνογάλαζα βουνά στο βάθος προς τη δύση και με τη θάλασσα στην ανατολή. |
|---|
| 20 | Η κοιλάδα σκεπασμένη με την ανοιξιάτικη βλάστηση, με νερά, με θάμνους, με λουλούδια, έδινε την εντύπωση μιας κούνιας γεμάτης |
|---|
| 21 | με πράσινα πέπλα και γαλάζιες κορδέλες, με το μονότονο μουρμούρισμα του ποταμού σαν εκείνο ενός μικρού παιδιού που αποκοιμιέται. |
|---|
| 22 | Να ελπίζει κανείς, ναι, αλλά όχι και να έχει εμπιστοσύνη ν’ αγρυπνά σαν τις καλαμιές πάνω στο φρύδι του λόφου που σε κάθε |
|---|
| 23 | φύσημα του ανέμου χτυπά η μια τα φύλλα της άλλης σαν να ειδοποιούνται μεταξύ τους για τον κίνδυνο. |
|---|
| 24 | Γι’ αυτό είχε δουλέψει όλη τη μέρα και τώρα, περιμένοντας να πέσει η νύχτα και για να μη μένει αργός, έπλεκε μια ψάθα από βούρλα |
|---|
| 25 | και παρακαλούσε το Θεό να πιάσει τόπο η δουλειά του. Τι αξία έχει ένα μικρό ανάχωμα εάν ο Θεός δεν το κάνει, με τη θέλησή του, δυνατό σαν βουνό; |
|---|
| 26 | Να εκεί κάτω στο γαλάζιο ορίζοντα του δειλινού το εκκλησάκι της και ο περίβολος από καλύβες ήρεμος σαν προϊστορικό χωριό, |
|---|
| 27 | εγκαταλειμμένο εκεί από αιώνες. Εκείνη την ώρα, ενώ το φεγγάρι ξεπρόβαλε σαν μεγάλο τριαντάφυλλο ανάμεσα στους θάμνους |
|---|
| 28 | του λόφου και οι φλόμοι σκόρπιζαν τη μυρωδιά τους στις όχθες του ποταμού. Αρκούσε αυτό για να νοιώθει ικανοποιημένος |
|---|
| 29 | Κάποια βήματα που πλησίαζαν τον έκαναν να σηκώσει τα μάτια. Νόμισε πως τα αναγνώρισε: ήταν τα γρήγορα και ελαφριά βήματα |
|---|
| 30 | ενός παιδιού, βήματα αγγέλου που τρέχει να αναγγείλει τα χαρμόσυνα μηνύματα, και τα θλιβερά. Ας γίνει το θέλημα του Θεού: |
|---|
| 31 | εκείνος στέλνει τα καλά και τα κακά μαντάτα. Η καρδιά του όμως άρχισε να τρέμει και τα μαύρα και σκασμένα δάχτυλά του έτρεμαν |
|---|
| 32 | κι αυτά με τα ασημί βούρλα που γυάλιζαν στο φως του φεγγαριού σαν υδάτινες κλωστές. |
|---|
| 33 | Το φεγγάρι ανέβαινε μπροστά του και οι φωνές του απόβραδου ειδοποιούσαν τους ανθρώπους ότι η μέρα τους είχε τελειώσει. |
|---|
| 34 | Ήταν η ρυθμική φωνή του κούκου, το τραγούδι των πρώιμων τριζονιών, ο στεναγμός κάποιου πουλιού• ήταν ο αναστεναγμός |
|---|
| 35 | των καλαμιών και η φωνή, όλο και πιο καθάρια, του ποταμού. Πάνω απ’ όλα όμως ήταν μια πνοή, ένα λαχάνιασμα όλο μυστήριο |
|---|
| 36 | που έμοιαζε να βγαίνει μέσα από την ίδια τη γη. Ναι, η μέρα του δουλευτή είχε τελειώσει, άρχιζε όμως η φανταστική ζωή των |
|---|
| 37 | αερικών, των νεράιδων, των περιπλανώμενων ξωτικών. Τα φαντάσματα των παλιών Βαρόνων κατέβαιναν από τα χαλάσματα του κάστρου πάνω από το χωριό |
|---|
| 38 | Τα όπλα τους γυάλιζαν ανάμεσα στις σκλήθρες της όχθης και το ξεψυχισμένο γαύγισμα των σκυλιών από μακριά φανέρωνε το πέρασμά τους. |
|---|
| 39 | Το πέρασμά του έκανε τα κλαδιά και τις πέτρες να λάμπουν κάτω από το φεγγάρι και με τα κακά πνεύματα ενώνονταν κι εκείνα |
|---|
| 40 | των αβάπτιστων παιδιών, πνεύματα λευκά που πετούσαν στον αέρα και μεταμορφώνονταν σε ασημένια συννεφάκια πίσω από το φεγγάρι. |
|---|
| 41 | Και οι νάνοι και οι γιάνας, μικρές νεράιδες που τη μέρα μένουν στο καμωμένο από βράχους σπίτι τους να υφαίνουν χρυσό πανί |
|---|
| 42 | σε χρυσούς αργαλειούς, χόρευαν στον ίσκιο των μεγάλων θάμνων της αγριελιάς, ενώ οι γίγαντες πρόβαλαν ανάμεσα από τους φεγγαρολουσμένους |
|---|
| 43 | βράχους των βουνών, κρατώντας από τα χαλινάρια τα τεράστια πράσινα άλογά τους που μόνο εκείνοι μπορούν να καβαλικέψουν |
|---|
| 44 | και κατασκόπευαν εάν εκεί κάτω, ανάμεσα στις εκτάσεις του βλαβερού φλόμου κρυβόταν κανείς δράκος ή εάν το μυθικό φίδι |
|---|
| 45 | που ζούσε από τα χρόνια του Χριστού ακόμη, σερνόταν πάνω στην άμμο γύρω από το βάλτο. |
|---|
| 46 | Τις νύχτες με φεγγάρι ιδιαίτερα, όλο εκείνο το μυστηριώδες πλήθος δίνει ζωή στους λόφους και στις κοιλάδες. Ο άνθρωπος |
|---|
| 47 | δεν έχει δικαίωμα να το ενοχλήσει με την παρουσία του, έτσι όπως τα πνεύματα τον σεβάστηκαν όσο κρατούσε η πορεία του |
|---|
| 48 | ήλιου. Είναι ώρα λοιπόν ν’ αποσυρθεί κανείς και να κλείσει τα μάτια κάτω από την προστασία του φύλακα αγγέλου. |
|---|
| 49 | Έσπρωξε όμως τη σανίδα που χρησίμευε για πόρτα και ακούμπησε επάνω της ένα μεγάλο σταυρό από καλάμια για να εμποδίσει τα αερικά |
|---|
| 50 | και τους πειρασμούς να μπουν στην καλύβα. Το φως του φεγγαριού φώτιζε μέσα από τις χαραμάδες το στενό δωμάτιο που χαμήλωνε |
|---|
| 51 | στις γωνίες, ήταν όμως αρκετά μεγάλο γι’αυτόν που ήταν μικροκαμωμένος και αδύνατος σαν έφηβος. Από την κωνική σκεπή, |
|---|
| 52 | φτιαγμένη από καλάμια και βούρλα, που σκέπαζε τους τοίχους από ξερολιθιά και είχε μια τρύπα στη μέση για να βγαίνει ο καπνός, |
|---|
| 53 | κρέμονταν αρμαθιές κρεμμύδια και μάτσα από αποξεραμένα βότανα, σταυροί από φοινικόφυλλα και κλαδιά από αγιασμένα βάγια, |
|---|
| 54 | ένα ζωγραφισμένο κερί, ένα δρεπάνι για να διώχνει τους βρικόλακες και ένα σακουλάκι κριθάρι ενάντια στις πάνας. |
|---|
| 55 | Στο φύσημα του ανέμου έτρεμε όλο το καλύβι και η αραχνιές γυάλιζαν στο φεγγαρόφωτο. Καταγής αναπαυόταν η στάμνα με τα χερούλια |
|---|
| 56 | στα πλευρά και η χύτρα αναποδογυρισμένη κοιμόταν πλάι της. Του φαινόταν πάντα ότι άκουγε θόρυβο από παιδικά βήματα. |
|---|
| 57 | Σίγουρα κάποιος ερχότανε και πραγματικά τα σκυλιά άρχισαν ξαφνικά να γαβγίζουν στα κοντινά κτήματα και όλο το τοπίο που λίγο πριν |
|---|
| 58 | έμοιαζε να κοιμάται μέσα στον ψίθυρο της προσευχής των βραδινών ήχων, γέμισε από αντίλαλους και βοή, σαν να ξυπνούσε απότομα. |
|---|
| 59 | Τράβηξε ένα κρεμμύδι από την αρμαθιά, ένα κομμάτι ψωμί από το δισάκι και ενώ το παιδί έτρωγε γελώντας και κλαίγοντας από τη |
|---|
| 60 | μυρωδιά του καυτερού κολατσιού, ξανάρχισαν την κουβέντα. Τα σημαντικότερα πρόσωπα του χωριού μπερδεύονταν στην κουβέντα τους. |
|---|
| 61 | Οι κλέφτες προσπάθησαν ν’ ανοίξουν πέρασμα στον τοίχο της. Άδικος κόπος είναι στοιχειωμένος. Κι εκείνη γελούσε, σήμερα το πρωί, |
|---|
| 62 | στην αυλή της και έλεγε ότι κι αν μπουν θα βρουν μόνο στάχτες και καρφιά, γιατί είναι φτωχή σαν το Χριστό. Ηγιαγιά μου όμως λέει |
|---|
| 63 | ότι η θεια έχει ένα σακουλάκι γεμάτο χρυσάφι, κρυμμένο μες στον τοίχο.Ξαπλωμένος πάνω στο ψαθί, με το ένα χέρι κάτω από τη μασχάλη |
|---|
| 64 | και το άλλο κάτω από το μάγουλο, ένοιωθε την καρδιά του να χτυπά και το θρόισμα των καλαμιών πάνω στο φρύδι του λόφου |
|---|
| 65 | του φαινόταν να είναι ο αναστεναγμός κάποιου κακού πνεύματος. Το κίτρινο γράμμα! Κίτρινο, άσχημο χρώμα. Ποιος ξέρει τι έμελλε ακόμη να συμβεί |
|---|
| 66 | Και σαν σκλάβες εκείνες έπρεπε να δουλεύουν, να ζυμώνουν, να υφαίνουν, να ράβουν, να μαγειρεύουν, να μάθουν να φυλάνε το έχει τους |
|---|
| 67 | και πάνω απ’ όλα δεν έπρεπε να σηκώνουν τα μάτια τους στους άντρες, ούτε να επιτρέπουν στον εαυτό τους να σκεφτεί κάποιον |
|---|
| 68 | που δε θα προοριζόταν να γίνει άντρας τους. Τα χρόνια όμως περνούσαν και γαμπρός πουθενά. |
|---|
| 69 | Αλίμονο αν τις έβλεπε να προβάλουν στα παράθυρα που έβλεπαν στο σοκάκι πίσω από το σπίτι, ή αν έβγαιναν χωρίς την άδειά του. |
|---|
| 70 | Τις χαστούκιζε λούζοντάς τες με βρισιές και απειλούσε με θάνατο τους νεαρούς που περνούσαν δυο συνεχόμενες φορές απ’ το σοκάκι. |
|---|
| 71 | Οι άνθρωποι έστριβαν τη γωνία μόλις τον έβλεπαν, τόσο πολύ φοβόνταν την κακογλωσσιά του. Τσακωνόταν με όλους, και ζήλευε τόσο |
|---|
| 72 | τα καλά των άλλων, που όταν περνούσε πλάι από ένα όμορφο κτήμα έλεγε: «που να σας το φάνε τα δικαστήρια». Τα δικαστήρια όμως στο τέλος |
|---|
| 73 | έτρωγαν τα δικά του χωράφια και μια πρωτάκουστη συμφορά τον βρήκε ξαφνικά σαν θεϊκή τιμωρία για την έπαρση και τις προκαταλήψεις του. |
|---|
| 74 | Στο τέλος εκείνη έγραψε στις αδελφές της λέγοντάς τες ότι βρισκόταν σε σίγουρο μέρος και ότι ήταν ευχαριστημένη που έσπασε |
|---|
| 75 | τις αλυσίδες της. Οι αδελφές της όμως δεν τη συγχώρεσαν, δεν της απάντησαν. Πουλούσε τα απομεινάρια της περιουσίας του, |
|---|
| 76 | κακομεταχειριζόταν τον υπηρέτη, ενοχλούσε όλον τον κόσμο με τους καυγάδες του, ταξίδευε πάντα με την ελπίδα να ανταμώσει |
|---|
| 77 | την κόρη του και να την ξαναφέρει στο σπίτι. Ένα πρωί βρέθηκε νεκρός στη δημοσιά, πάνω στη γέφυρα, μετά το χωριό. |
|---|
| 78 | Πρέπει να είχε πεθάνει από συγκοπή, επειδή δεν είχε κανένα ίχνος βίας επάνω του, μόνο μια μικρή πράσινη κηλίδα στο λαιμό, |
|---|
| 79 | κάτω από το σβέρκο. Οι αδελφές της δεν της συγχώρεσαν το καινούργιο της σφάλμα: το γάμο της με έναν πληβείο |
|---|
| 80 | που τον συνάντησε κάτω από εκείνες τις θλιβερές συνθήκες, και δεν της απάντησαν. Μια φορά έγραψε ότι σπούδαζε, μια άλλη |
|---|
| 81 | φορά ότι ήθελε να πάει στο ναυτικό, και μια φορά ακόμη ότι είχε βρει δουλειά. Μετά ανήγγειλε το θάνατο του πατέρα του, |
|---|
| 82 | μετά το θάνατο της μητέρας του και στο τέλος εξέφρασε την επιθυμία να τις επισκεφθεί και να μείνει μαζί τους, εάν |
|---|
| 83 | εύρισκε δουλειά στο χωριό. Η μικροαπασχόλησή του στο Τελωνείο δεν του άρεσε ήταν μια ταπεινή και κοπιαστική δουλειά, του |
|---|
| 84 | έτρωγε τα νιάτα. Εκείνος αγαπούσε τη φιλόπονη ζωή, βέβαια, αλλά την απλή ζωή, στον καθαρό αέρα. Όλοι τον συμβούλευαν να |
|---|
| 85 | πάει στο νησί της μητέρας του, για να δοκιμάσει την τύχη του με μια τίμια δουλειά. |
|---|
| 86 | Τον αγαπούσε, τον είχε από την αρχή αγαπήσει σαν μέλος της οικογένειας. Οι συγγενείς δε νοιάζονταν για εκείνες,αντίθετα, |
|---|
| 87 | τις υποτιμούσαν και τις απέφευγαν. Δεν τα κατάφερναν παρά μόνο στις δουλειές του σπιτιού και ούτε που γνώριζαν το κτηματάκι, |
|---|
| 88 | τελευταίο απομεινάρι της περιουσίας τους. Οι τρεις γυναίκες ζούσαν από τα εισοδήματα του κτήματος που εκείνος καλλιεργούσε. |
|---|
| 89 | Γέρος πια και αδύναμος δεν έπαυε όμως να είναι άντρας και αρκούσε η σκιά του για να προστατεύει ακόμη τις τρεις γυναίκες. |
|---|
| 90 | Και να που μες στην κουρασμένη φαντασία του υπηρέτη τα πράγματα αλλάζουν ξαφνικά όψη, όπως από τη νύχτα στη μέρα. |
|---|
| 91 | Όλα είναι φως, μια γλύκα: οι ευγενικές του κυράδες ξανανιώνουν, ξανασηκώνονται και πετούν σαν τους αετούς που ξανάβγαλαν φτερά. |
|---|
| 92 | Το σπίτι τους ξαναγεννιέται από τα ερείπιά του και όλα τριγύρω ξανανθίζουν όπως η κοιλάδα την άνοιξη. |
|---|
| 93 | Και σ’ εκείνον, τον κακόμοιρο υπηρέτη, δε μένει παρά να αποσυρθεί για το υπόλοιπο της ζωής του στο κτηματάκι, ν’ απλώσει την ψάθα του |
|---|
| 94 | και ν’ αναπαυθεί με τη βοήθεια του Θεού, ενώ μες στη σιγαλιά της νύχτας οι καλαμιές ψιθυρίζουν την προσευχή της γης που αποκοιμιέται. |
|---|
| 95 | Την αυγή έφυγε αφήνοντας πίσω του το αγόρι να φυλάει το κτήμα. Η δημοσιά μέχρι το χωριό ήταν ανηφορική κι εκείνος περπατούσε |
|---|
| 96 | αργά επειδή τον προηγούμενο χρόνο τον είχαν εύρει οι θέρμες της μαλάριας και τα πόδια του δεν τον βαστούσαν πια. |
|---|
| 97 | Κάθε τόσο σταματούσε και γύριζε να κοιτάξει το κτηματάκι που ήταν καταπράσινο ανάμεσα στους δυο τοίχους που σχημάτιζαν οι |
|---|
| 98 | φραγκοσυκιές και το καλύβι εκεί πάνω, μαύρο ανάμεσα στο γλαυκό των καλαμιών και στο λευκό του βράχου, του φαινόταν να |
|---|
| 99 | μοιάζει με φωλιά, μια πραγματική φωλιά. Κάθε φορά που έφευγε από εκεί το κοίταζε έτσι, τρυφερά και μελαγχολικά, σαν ένα |
|---|
| 100 | πουλί που μεταναστεύει. Ένοιωθε ν’ αφήνει εκεί πάνω το καλύτερο κομμάτι του εαυτού του, τη δύναμη που δίνει η μοναξιά, |
|---|
| 101 | το ξεμονάχιασμα από τον κόσμο, και ανηφορίζοντας τη δημοσιά που περνούσε ανάμεσα από ρείκια, βούρλα και χαμηλές σκλήθρες |
|---|
| 102 | στο μήκος του ποταμού, του φαινόταν πως είναι προσκυνητής, με το μικρό μάλλινο δισάκι στον ώμο και με ένα μπαστούνι |
|---|
| 103 | από κουφοξυλιά στο χέρι, να κατευθύνεται σ’ έναν τόπο μετάνοιας: στον κόσμο. Ας γίνει όμως το θέλημα του Θεού και ας προχωρήσουμε. |
|---|
| 104 | Να που ανοίγει ξαφνικά η κοιλάδα και στην απότομη κορυφή ενός λόφου, όμοιου με έναν τεράστιο σωρό από χαλάσματα, εμφανίζονται τα |
|---|
| 105 | ερείπια του Κάστρου. Από ένα μαύρο τείχος ένα γαλάζιο παράθυρο ανοιχτό, όμοιο με το μάτι του παρελθόντος, κοιτάζει το μελαγχολικό |
|---|
| 106 | τριανταφυλλί πανόραμα του ήλιου που ανατέλλει, την κυματιστή πεδιάδα με τα γκρίζα στίγματα της άμμου και τα κιτρινωπά βουρλοτόπια, |
|---|
| 107 | την πρασινωπή φλέβα του ποταμού, τα λευκά χωριουδάκια με το καμπαναριό στη μέση σαν το στύλο μες στο άνθος, τα βουναλάκια |
|---|
| 108 | πάνω από τα μικρά χωριά και στο βάθος το σύννεφο βαμμένο μαβί και χρυσό στα βουνά. Ο ήλιος από το πλάι κάνει ν’ αστράφτει |
|---|
| 109 | όλη η πεδιάδα∙ σε κάθε βούρλο και από μια ασημένια κλωστή, από τον θάμνο κάθε φλόμου ξεχύνεται το τιττύβισμα κάποιου πουλιού |
|---|
| 110 | και να ο λευκοπράσινος κώνος του βουνού Γκάλτε με λωρίδες σκιάς και φωτός, και στoυς πρόποδές του το χωριό που μοιάζει ν’ αποτελείται |
|---|
| 111 | μόνο από τα ερείπια της αρχαίας ρωμαϊκής πόλης. Μακριοί μαντρότοιχοι κατεστραμμένοι, χαμόσπιτα χωρίς σκεπή, τοίχοι γδαρμένοι, |
|---|
| 112 | απομεινάρια από αυλές και φράχτες, τρώγλες άθικτες πιο μελαγχολικές και από τα ίδια τα ερείπια συνοδεύουν τους ανηφορικούς |
|---|
| 113 | δρόμους, στρωμένους καταμεσής με μεγάλους λίθους. Σκόρπιες εδώ κι εκεί πέτρες ηφαιστείου μαρτυρούν για την καταστροφή |
|---|
| 114 | που χτύπησε την αρχαία πόλη και σκόρπισε τους κατοίκους της. Μερικά καινούργια σπίτια κάνουν δειλά την εμφάνισή τους μέσα σε όλη αυτή |
|---|
| 115 | την κατάπτωση και ροδιές, χαρουπιές, συστάδες από φραγκοσυκιές και φοινικιές δίνουν μια ποιητική νότα στο θλιβερό τοπίο. |
|---|
| 116 | Τρεις μικρές πόρτες βρίσκονταν κάτω από ένα ξύλινο μπαλκόνι που περιέβαλλε όλο το επάνω πάτωμα του σπιτιού και όπου ανέβαινε κανείς |
|---|
| 117 | από μια εξωτερική σκάλα σε κακή κατάσταση. Μια μαυρισμένη τριχιά, δεμένη και στερεωμένη σε πασσάλους καρφωμένους στις γωνίες των σκαλοπατιών |
|---|
| 118 | είχε πάρει τη θέση της κατεστραμμένης κουπαστής της σκάλας. Οι πόρτες, τα υποστυλώματα και το κάγκελο του μπαλκονιού ήταν φτιαγμένα |
|---|
| 119 | από ξύλο λεπτοσκαλισμένο. Όλα όμως ήταν ετοιμόρροπα και το ξύλο σαρακοφαγωμένο, μαυρισμένο, λες και θα γινόταν σκόνη με το |
|---|
| 120 | παραμικρό χτύπημα, σαν να το κομμάτιασε αόρατο τρυπάνι. Μια κοντόχοντρη γυναίκα, μαυροντυμένη, με ένα λευκό μαντίλι |
|---|
| 121 | γύρο από το σκληρό, μαυριδερό πρόσωπο, εμφανίστηκε στο μπαλκόνι. Έσκυψε, είδε τον υπηρέτη και τα μαύρα, αμυγδαλωτά μάτια της |
|---|
| 122 | άστραψαν από χαρά. Ακόμη και η κουζίνα ήταν παμπάλαια: ευρύχωρη, χαμηλοτάβανη με σταυρωτά δοκάρια στο ταβάνι μαυρισμένα από την καπνιά. |
|---|
| 123 | Πάγκοι από δουλεμένο ξύλο ακουμπούσαν στον τοίχο στις δυο πλευρές του μεγάλου τζακιού. Πίσω από τα κάγκελα του παραθυριού |
|---|
| 124 | πρασίνιζε στο βάθος το βουνό. Πάνω στους γυμνούς κοκκινωπούς τοίχους φαίνονταν ακόμη τα ίχνη από τις χάλκινες κατσαρόλες |
|---|
| 125 | που δεν υπήρχαν πια και τα λεία και γυαλιστερά κρεμαστάρια όπου κάποτε κρεμούσαν τις σέλλες, τα δισάκια, τα όπλα, |
|---|
| 126 | έμοιαζε να είχαν απομείνει εκεί σαν ενθύμια. Ένα από αυτά σκαρφάλωνε στον τοίχο και από εκεί πρόβαλε προς τα έξω, |
|---|
| 127 | λες και ήθελε να δει τι υπήρχε πέρα, στον κόσμο. Πόσες αναμνήσεις δεν ξυπνούσε στην καρδιά του υπηρέτη αυτή η γωνιά της αυλής, |
|---|
| 128 | θλιβερή με τα μούσκλια της, χαρούμενη με το σκούρο χρυσαφί από τις βιόλες και με το ανοιχτοπράσινο των γιασεμιών της! |
|---|
| 129 | Πόσο βαραίνουν αυτές οι αναμνήσεις! Βαραίνουν σαν τον κουβά γεμάτο με νερό που τραβάει προς τα κάτω, προς το πηγάδι. |
|---|
| 130 | Συνέχιζε όμως ν’ απλώνει την κουβέρτα και σαν να σταματούσε λίγο για να παρατηρήσει το τοπίο στα δεξιά και το τοπίο στα |
|---|
| 131 | αριστερά, και τα δυο μελαγχολικά όμορφα, με την αμμώδη πεδιάδα να την διασχίζει το ποτάμι, με σειρές από λεύκες, με χαμηλές σκλήθρες, |
|---|
| 132 | με βουρλοτόπια και φλόμους, με την εκκλησία μαυρισμένη από τα βάτα, το παλιό νεκροταφείο χορταριασμένο και μέσα στο πράσινο |
|---|
| 133 | και στο βάθος ο λόφος με τα ερείπια του Κάστρου. Χρυσά σύννεφα στεφάνωναν τον λόφο και τα ερείπια και η γλυκύτητα και η ησυχία του |
|---|
| 134 | πρωινού έδιναν σ’ όλο το τοπίο μια ηρεμία νεκροταφείου. Το παρελθόν κυριαρχούσε ακόμη στον τόπο. |
|---|
| 135 | Λόγια διαμαρτυρίας της έρχονταν στα χείλη και παρ’ όλο που κατόρθωνε πάντα να συγκρατιέται μπροστά στον υπηρέτη, που φαίνεται |
|---|
| 136 | πως δεν του έδινε και πολύ σημασία, αυτή τη φορά δεν μπόρεσε να μην τον αντικρούσει. Δεν μετάνιωσε όμως που την έδωσε. |
|---|
| 137 | Πολλές άλλες ευθύνες είχε αναλάβει στη ζωή του. Έμεινε στο χωριό όλη την μέρα. Ανησυχούσε για το κτήμα – αν και την εποχή εκείνη |
|---|
| 138 | λίγα πράγματα ήταν εκείνα που θα μπορούσε να κλέψει κανείς – αλλά του φαινόταν ότι μια κρυφή διχόνοια ταλάνιζε τις κυράδες του |
|---|
| 139 | και δεν ήθελε να φύγει εάν προηγουμένως δεν τις έβλεπε φιλιωμένες. Η εκκλησία ερειπωνόταν. Όλα εκεί μέσα ήταν γκρίζα, υγρά και |
|---|
| 140 | σκονισμένα. Από τις τρύπες της ξύλινης οροφής έμπαιναν λοξά φωτεινές ακτίνες ασημί σκόνης που κατέληγαν επάνω στα κεφάλια |
|---|
| 141 | των γονατισμένων καταγής γυναικών, και οι κιτρινισμένες φιγούρες που ξεπηδούσαν από το μαυρισμένο φόντο των ραγισμένων τοιχογραφιών, |
|---|
| 142 | που ακόμη κοσμούσαν τους τοίχους, έμοιαζαν μ’ αυτές τις γυναίκες, ντυμένες στα μαύρα και τα βιολετιά, όλες χλωμές σαν το φίλντισι, |
|---|
| 143 | ακόμη και οι πιο ωραίες, οι πιο λεπτές, με στήθος άσαρκο και την κοιλιά πρησμένη από της θέρμες της μαλάριας. |
|---|
| 144 | Και η προσευχή ηχούσε αργόσυρτη και μονότονη και έμοιαζε να πάλλεται μακριά, πέρα από τον χρόνο. Η λειτουργία ήταν |
|---|
| 145 | για τα σαράντα κάποιου και ένα μαύρο ύφασμα με χρυσές φράντζες σκέπαζε το κάγκελο του ιερού. Ο παπάς ντυμένος στα άσπρα και μαύρα |
|---|
| 146 | έστρεφε αργά με υψωμένα τα χέρια, με δυο ακτίνες φωτός να τον περιβάλλουν, που λες και ξεπηδούσαν από το κεφάλι του, |
|---|
| 147 | όμοιο μ’ εκείνο ενός προφήτη. Αν δεν υπήρχε ο ήχος από το καμπανάκι του μικρού νεωκόρου που λες και έδιωχνε από τριγύρω τα πνεύματα, |
|---|
| 148 | Είναι η φιγούρα της Μαγδαληνής που, όπως λένε, έγινε εκ του φυσικού: η αγάπη, η θλίψη, οι τύψεις και η ελπίδα γελούν και |
|---|
| 149 | κλαίνε μέσα στα βαθειά της μάτια και στο πικραμένο στόμα της. Ο ήλιος από ψηλά χτυπούσε τώρα αλύπητα το χωριουδάκι που ήταν |
|---|
| 150 | περισσότερο από κάθε άλλη φορά έρημο μέσα στο εκτυφλωτικό φως του ζεστού ήδη πρωινού. Της φαίνεται πως είναι ακόμη κοριτσάκι, |
|---|
| 151 | επάνω στο μπαλκόνι του ιερέα, μια βραδιά του Μάη. Ολόγιομο το χάλκινο φεγγάρι βγαίνει από τη θάλασσα και όλος ο κόσμος μοιάζει |
|---|
| 152 | να είναι από χρυσάφι και μαργαριτάρια. Το ακορντεόν με τους παραπονιάρικους ήχους του γεμίζει την αυλή που την φωτίζει η |
|---|
| 153 | φωτιά από τα κιτρινόξυλα με την κοκκινωπή της λάμψη και προβάλλει επάνω στο γκρίζο του τοίχου την ευκίνητη και μελαχρινή φιγούρα |
|---|
| 154 | του μουζικάντη, τα βιολετί πρόσωπα των γυναικών και των αγοριών που χορεύουν χορούς της Σαρδηνίας.Οι σκιές κινούνται αλλόκοτες |
|---|
| 155 | πάνω στην ποδοπατημένη χλόη και στους τοίχους της εκκλησίας. Λάμπουν τα χρυσά κουμπιά, τα ασημένια σιρίτια από τις στολές, |
|---|
| 156 | τα τάστα του ακορντεόν. Όλα τα άλλα χάνονται μέσα στο μαργαριταρένιο μισοσκόταδο της φεγγαρόφωτης νύχτας. |
|---|
| 157 | Η Νοέμι δεν θυμόταν να είχε πάρει ποτέ ενεργό μέρος στο πανηγύρι, ενώ οι μεγαλύτερες αδελφές της γελούσαν και διασκέδαζαν. |
|---|
| 158 | Όσο για τη Λία, εκείνη καθόταν μαζεμένη σαν το λαγό σε μια χλοερή γωνιά της αυλής ίσως από τότε σχεδίαζε τη φυγή της. |
|---|
| 159 | Την ώρα που έγερνε ο ήλιος στη δύση κάποιος χτύπησε στην εξώπορτα που εκείνη την είχε πάντα κλειστή. |
|---|
| 160 | Όλα ήταν σε τάξη εκεί μέσα: επάνω μερικά φθαρμένα παπλώματα, μεταξωτά χαλιά, μάλλινες κουβέρτες που από την πολλή χρήση |
|---|
| 161 | είχαν πάρει το κίτρινο χρώμα του κρόκου, πιο κάτω τα ασπρόρουχα που μύριζαν κυδώνι και κάνιστρα φτιαγμένα από |
|---|
| 162 | ασφόδελο και βούρλα που στο κιτρινωπό τους φόντο διαγράφονταν σχέδια σε μαύρο χρώμα βάζων, ψαριών και ειδωλίων της |
|---|
| 163 | πρωτόγονης τέχνης της Σαρδηνίας. Τελικά το αποφάσισε και τράβηξε το γράμμα από το πάκο των χαρτιών. Ήταν λευκό ακόμα |
|---|
| 164 | μέσα στο λευκό φάκελο, σαν να το είχαν γράψει χθες και να μην το είχε διαβάσει κανείς. Ακόμη τα χτυπήματα αντηχούσαν |
|---|
| 165 | μέσα στη σιωπηλή αυλή. Έτσι χτυπούσε ο πατέρας της όταν αργούσαν να του ανοίξουν. Ένας νέος άντρας που έμοιαζε με εργάτη, |
|---|
| 166 | ψηλός και χλωμός,ντυμένος στα πράσινα, με κίτρινα σκονισμένα παπούτσια και μικρό μουστάκι στο χρώμα των παπουτσιών, |
|---|
| 167 | στεκόταν μπροστά στην εξώπορτα στηριζόμενος σε ένα ποδήλατο. Μόλις είδε την Νοέμι έβγαλε το σκούφο του που άφησε τα χνάρια του |
|---|
| 168 | πάνω στα πυκνά του μαλλιά που χρύσιζαν και της χαμογέλασε αφήνοντας να φανούν τα όμορφα δόντια του ανάμεσα στα σαρκώδη χείλη. |
|---|
| 169 | Του φαινόταν να αναγνωρίζει το μέρος που βρισκόταν. Να το υπόστεγο της αυλής που τόσες φορές έφερνε στο νου της η μητέρα του. |
|---|
| 170 | Έβαλε εκεί το ποδήλατό του και άρχισε να λύνει την βαλίτσα χτυπώντας την με ένα μαντήλι για να διώξει τη σκόνη. |
|---|
| 171 | Το αγΚαλίασμα εκείνου του άγνωστου άντρα που ήρθε ποιος ξέρει από πού, από τους δρόμους του κόσμου, της προκαλούσε έναν |
|---|
| 172 | αόριστο φόβο, γνώριζε όμως καλά τις υποχρεώσεις της φιλοξενίας και δεν μπορούσε να τις παραβεί. Εκείνος κάθισε στον παλιό πάγκο, |
|---|
| 173 | απέναντι από το Βουνό που έριχνε την βιολετί του σκιά μέσα στην κουζίνα, έβαλε τα μακριά του πόδια το ένα επάνω στο άλλο, |
|---|
| 174 | σταύρωσε τα μακριά του μπράτσα στο στήθος ψαύοντάς τα με τα λευκά του χέρια.Ένα αγόρι έπαιζε το ακορντεόν, αλλά οι πιστοί, |
|---|
| 175 | που μόλις είχαν βγει από την παράκληση και προετοίμαζαν το δείπνο ή έτρωγαν ήδη μέσα στις καλύβες, δεν το αποφάσιζαν ν’ αρχίσουν |
|---|
| 176 | το χορό. Ήταν ακόμη νωρίς στον φωτεινό ουρανό του δειλινού ξεχώριζαν τα πρώτα αστέρια και πίσω από τον πυργίσκο του μπαλκονιού το |
|---|
| 177 | λιόγερμα κοκκίνιζε σβήνοντας λίγο λίγο. Γαλήνη βασίλευε στο αυτοσχέδιο χωριό και οι νότες του ακορντεόν, οι φωνές και τα γέλια |
|---|
| 178 | μέσα στις καλύβες των προσκυνητών έμοιαζε να έρχονται από μακριά. Εδώ κι εκεί μπροστά σε μικρές φωτιές αναμμένες |
|---|
| 179 | κατά μήκος των τοίχων έσκυβε η μαύρη φιγούρα καμιάς γυναίκας που μαγείρευε. Οι άντρες, που είχαν έρθει την παραμονή |
|---|
| 180 | για να μεταφέρουν τις οικοσκευές, είχαν κιόλας φύγει με τα κάρα και τα άλογά τους. Έμειναν οι γυναίκες, οι γέροι, τα μικρά |
|---|
| 181 | και μερικοί έφηβοι και όλοι αυτοί, παρ’ όλο που πίστευαν πως ήταν εκεί για μετάνοια, προσπαθούσαν να διασκεδάσουν |
|---|
| 182 | όσο το δυνατόν καλύτερα. Αλλά ξαφνικά το σκυλί του παπά, αφού γαύγισε επάνω στο μπαλκόνι, έτρεξε αλυχτώντας έξω από την αυλή |
|---|
| 183 | και οι γυναίκες σταμάτησαν να πειράζονται μεταξύ τους και πήγαν να δουν. Δυο άντρες ανέβαιναν από τη δημοσιά |
|---|
| 184 | και ενώ ο ένας καθόταν επάνω σε μια μικρή καμήλα, ο άλλος ήταν σκυμμένος επάνω σε μια μεγάλη ακρίδα που τα φτερά της |
|---|
| 185 | έμοιαζε να ανεβοκατεβάζουν τα μακριά πόδια του καβαλάρη. Η λάμψη της φωτιάς φώτιζε τις μυστηριώδεις μορφές τους όσο πλησίαζαν ανεβαίνοντας |
|---|
| 186 | Μερικές γυναίκες είχαν κιόλας μαζευτεί γύρω από τον οργανοπαίχτη, απλώνοντας τα χέρια για ν’ αρχίσουν το χορό. |
|---|
| 187 | Τα κουμπιά των κορσέδων τους σπίθιζαν στη λάμψη της φωτιάς, οι σκιές τους διασταυρώνονταν πάνω στο γκριζωπό έδαφος. Σιγά |
|---|
| 188 | σιγά μπήκαν στη σειρά πιασμένες από τα χέρια και σήκωσαν τα πόδια ξεκινώντας τα πρώτα βήματα του χορού. Ήταν όμως άκαμπτες |
|---|
| 189 | και δισταχτικές και έμοιαζε να υποβαστάζουν η μια την άλλη. Μια μαγική κλωστή έμοιαζε να συνδέει τις γυναίκες διεγείροντάς τες με τρόπο |
|---|
| 190 | κόσμιο και φλογερό. Η σειρά των γυναικών άρχισε να διπλώνεται σχηματίζοντας αργά έναν κύκλο. Κάθε τόσο μια γυναίκα έμπαινε στο χορό |
|---|
| 191 | έλυνε τα χέρια από δυο διπλανές και τα ένωνε με τα δικά της και έτσι μεγάλωνε η κόκκινη και μαύρη γιρλάντα πίσω από την οποία κινιόταν |
|---|
| 192 | το κρόσσι των σκιών. Και τα πόδια σηκώνονταν όλο και πιο γρήγορα, χτυπούσαν το ένα το άλλο και ταρακουνούσαν τη γη λες |
|---|
| 193 | και ήθελαν να την βγάλουν από την ακινησία της. Όλες οι γυναίκες κοίταζαν προς τα εκεί χαμογελώντας. Τα δόντια γυάλιζαν στην άκρη |
|---|
| 194 | από το στόμα τους. Εκείνος σηκώθηκε σαν να δραπέτευε από τη φυλακή των δυο γηραιών κυριών, αλλά όταν έφτασε στη μέση της αυλής |
|---|
| 195 | σταμάτησε αναποφάσιστος. Τότε ο κύκλος των γυναικών ξανάνοιξε, έγινε πάλι μια σειρά, προχώρησε να συναντήσει τον ξένο, όπως στα |
|---|
| 196 | παιδικά παιχνίδια, τον περικύκλωσε, τον πήρε και τον έκλεισε μέσα του. Το μονοπάτι σκαρφάλωνε προς τα επάνω, ενισχυμένο και αυτό από |
|---|
| 197 | τοιχία ξερολιθιάς. Με αναχώματα υποστηρίζονταν το φρύδι της πλαγιάς και τα υψώματα του κτήματος. |
|---|
| 198 | Δεν γνώριζε ούτε τα δέντρα ούτε τα χόρτα δεν ήξερε ότι τα ποτάμια ξεχειλίζουν την άνοιξη! Να η γραμμή σπαρμένη με ρεβίθια |
|---|
| 199 | που κιτρίνιζαν ήδη μέσα στον αιχμηρό τους λοβό. Να οι ντοματιές που σχηματίζουν φράχτη κατά μήκος της υγρής αυλακιάς, |
|---|
| 200 | να ένα χωραφάκι από νάρκισσους λες, αλλά είναι από πατάτες, να τα κρεμμυδάκια που σαλεύουν με το αεράκι σαν να είναι ασφόδελοι, |
|---|
| 201 | να και τα λάχανα αυλακωμένα από πράσινες, φωτεινές κάμπιες. Σύννεφα από άσπρες και κιτρινωπές πεταλούδες πέταγαν εδώ κι εκεί, |
|---|
| 202 | κάθονταν και μπερδεύονταν στα λουλούδια των μπιζελιών, οι ακρίδες πετιόντουσαν και ξανάπεφταν σαν να τις παρέσερνε ο αγέρας, |
|---|
| 203 | οι μέλισσες βούιζαν γύρω από τις ξερολιθιές και έμοιαζαν χρυσές από τη γύρη των λουλουδιών όπου κάθονταν. |
|---|
| 204 | Μια σειρά παπαρούνες φλέγονταν ανάμεσα στο μονότονο πράσινο του χωραφιού με τα κουκιά. Και μια βαθιά σιγαλιά όλο μυρωδιές |
|---|
| 205 | έπεφτε με τις σκιές από τους φράχτες, και όλα ήταν ζεστά και γεμάτα λησμονιά σ’ εκείνη τη γωνιά του κόσμου, |
|---|
| 206 | περιφραγμένη από τις φραγκοσυκιές σαν από τείχος βλάστησης, τόσο που ο ξένος, μόλις έφτασε μπροστά στο καλύβι έπεσε πάνω στη χλόη |
|---|
| 207 | και επιθυμούσε να μη συνεχίσει το ταξίδι. Από το ένα καλάμι στο άλλο επάνω στο λόφο τα σύννεφα του Μάη περνούσαν λευκά |
|---|
| 208 | και απαλά σαν γυναικεία πέπλα. Εκείνος κοίταζε τον καταγάλανο ουρανό και του φαινόταν πως ήταν ξαπλωμένος σ’ ένα όμορφο κρεβάτι |
|---|
| 209 | με μεταξωτά σκεπάσματα. Ανασηκώθηκε και κάθισε αγκαλιάζοντας τα γόνατα με τα μπράτσα του κάνοντας τον ακατάδεχτο στην αρχή |
|---|
| 210 | και παίρνοντας στη συνέχεια τη ζωγραφισμένη νεροκολοκύθα γεμάτη κίτρινο κρασί που του πρόσφερε ο υπηρέτης. Τελικά ήπιε: |
|---|
| 211 | ήταν γλυκό κρασί και αρωματικό όπως το κεχριμπάρι και πίνοντάς το έτσι, από το στενό στόμιο της νεροκολοκύθας, |
|---|
| 212 | του έδινε σχεδόν μια αίσθηση ηδονής. Τους διέκριναν πράγματι από μακριά, ανάμεσα στο πράσινο των θάμνων, εκείνος ψηλός και ωχρός, |
|---|
| 213 | εκείνη μικρόσωμη και μελαχρινή, και οι δυο να κουβαλάνε τους κουβάδες που άστραφταν και πότε πότε χτυπούσαν ο ένας στον άλλο |
|---|
| 214 | και το νερό ξεχειλίζοντας ανακατευόταν και έσταζε. Φαίνεται πως τους ευχαριστούσε εκείνη η επαφή επειδή κοίταζαν τους κουβάδες και γελούσαν. |
|---|
| 215 | Οι ζητιάνοι σε παράταξη στις άκριες του δρόμου. Φιγούρες καθισμένες ανακούρκουδα, ωχρόφαιες και μαβιές, μερικές με φοβερά μάτια λευκά, |
|---|
| 216 | άλλες με κόκκινες πληγές και μελανά αποστήματα, με γυμνά τα στήθη σαν γδαρμένα, με τα μπράτσα και τα ψαχουλευτά δάχτυλα μαυρισμένα |
|---|
| 217 | σαν καμένα κλαδιά, διαγράφονταν μεταξύ των θάμνων με φόντο τη γαλάζια και λευκή γραμμή του ορίζοντα. Πέρα όμως, μακριά, |
|---|
| 218 | το μάτι ξάνοιγε στο πράσινο και οι ομάδες των αλόγων και των πουλαριών έδιναν μεγαλύτερη μεγαλοπρέπεια στο τοπίο. |
|---|
| 219 | Ο ήχος του ακορντεόν έφτανε μέχρι εκεί πάνω. Η μουσική, χαρούμενη και αισθησιακή, καλούσε στο χορό, μερικές φορές όμως άλλαζε στο παράπονο, |
|---|
| 220 | σαν να την κούραζε η χαρά, σαν να ανακαλούσε με νοσταλγία την απόλαυση που περνά και να θρηνούσε για τη ματαιότητα όλων των πραγμάτων. |
|---|
| 221 | Τότε και τα μελαγχολικά μάτια των φοράδων ακόμη έμοιαζε να τα πλημμυρίζει μια νοσταλγική γλυκύτητα. |
|---|